Ανάμεσα στα γνωστά τοπόσημα της Λέρου, υπάρχει ένα κτίριο που, παρότι φέρει βαριά ιστορική και πνευματική κληρονομιά, παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστο στο ευρύ κοινό, καθώς οι πληροφορίες για την πορεία του δεν είναι εύκολα προσβάσιμες. Πρόκειται για το Πατριαρχείο της Λέρου: ένα κτίριο που αξίζει να ανακαλυφθεί εκ νέου, όχι μόνο για την αρχιτεκτονική του παρουσία, αλλά κυρίως για την ιστορία και τα πρόσωπα που το ανέδειξαν σε σημείο πνευματικής και πολιτιστικής αναφοράς.
Το Όραμα του Πατριάρχη Σωφρόνιου
Στην είσοδο του όρμου των Αλίνδων, στην πιο γνωστή τουριστική περιοχή της Λέρου, δεσπόζει ένα κτίριο με ιδιαίτερο ιστορικό και πνευματικό βάρος: το λεγόμενο «Πατριαρχείο Λέρου». Πρόκειται για ένα μνημείο που συνδέει την τοπική ιστορία του νησιού με τον ευρύτερο εκκλησιαστικό και πολιτιστικό χώρο του Ελληνισμού.
Το αρχικό οίκημα ανεγέρθηκε γύρω στο 1884 από τον Σωφρόνιο τον Βυζάντιο, πρώην Οικουμενικό Πατριάρχη και μετέπειτα Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Ο Σωφρόνιος επισκέφθηκε για πρώτη φορά τη Λέρο το 1882, παραμένοντας στο νησί για αρκετούς μήνες. Η εμπειρία αυτή αποδείχθηκε καθοριστική, καθώς γοητεύθηκε από το ήπιο κλίμα, τη φυσική ομορφιά και τη θερμή φιλοξενία των κατοίκων.
Ο Λέριος Μέγας Υπομνηματογράφος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, Θεόδωρος Δ. Μοσχονάς, καταγράφει χαρακτηριστικά ότι ο Πατριάρχης αγάπησε βαθιά τη Λέρο και αποφάσισε να οικοδομήσει εκεί θερινή έπαυλη, καθώς και παρεκκλήσι αφιερωμένο στον Άγιο Σωφρόνιο, ώστε να περνά τους θερινούς μήνες στο νησί. Από τότε και μέχρι τον θάνατό του, δεν παρέλειψε ούτε μία χρονιά να επισκεφθεί τη Λέρο.
Οι αφίξεις του Πατριάρχη αποτελούσαν αφορμή για εκδηλώσεις πανηγυρικού χαρακτήρα για το νησί. Οι καμπάνες ηχούσαν, οι κάτοικοι συνέρρεαν για να λάβουν την ευλογία του, μαθητές έψαλλαν και το βράδυ, σε εποχές χωρίς φωτισμό, άναβαν φωτιές στις κορυφές των γύρω λόφων ή ακόμη και μέσα στον όρμο των Αλίνδων, δημιουργώντας ένα μοναδικό σκηνικό υποδοχής.
Από την Καταστροφή στην Aνακατασκευή
Μετά τον θάνατο του Σωφρονίου το 1899, το κτίριο περιήλθε στην ιδιοκτησία της Ιεράς Μητρόπολης Λέρου, αφού με τη διαθήκη του, το δώρησε στην Ιερά Μονή της Παναγίας του Κάστρου. Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, βομβαρδίστηκε σφοδρά και για πολλά χρόνια παρέμεινε ερειπωμένο και ακατοίκητο. Το 1955 πραγματοποιήθηκαν εργασίες επισκευής, ωστόσο το κτίσμα κρίθηκε στατικά επικίνδυνο.
Η ουσιαστική αναγέννηση του Πατριαρχείου ξεκίνησε το 1995, όταν εντάχθηκε στο πρόγραμμα INTERREG II με χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατόπιν σχετικής άδειας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των αρμόδιων κρατικών αρχών. Το παλαιό κτίριο κατεδαφίστηκε και ανεγέρθηκε εκ νέου από τα θεμέλια, αποκαθιστώντας την αρχιτεκτονική του αίγλη και δημιουργώντας έναν σύγχρονο και λειτουργικό χώρο.
Ένα Πνευματικό και Πολιτιστικό Κέντρο για τη Λέρο
Το νέο κτίριο, που ονομάστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο «Σχολή Σοφίας», εγκαινιάστηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 1999 από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, παρουσία των τότε Υφυπουργών Εθνικής Οικονομίας και Πρόνοιας. Από τότε λειτουργεί ως Κέντρο Θρησκευτικής και Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Ανάπτυξης.
Ο κύριος συνεδριακός χώρος διαθέτει δυνατότητα φιλοξενίας 100 έως 150 καθήμενων, σύγχρονη τεχνική υποδομή, κλιματισμό και όλες τις απαραίτητες προδιαγραφές για διεθνείς διοργανώσεις. Από το 1999 έως σήμερα, στο Πατριαρχείο Λέρου έχουν πραγματοποιηθεί διεθνή συνέδρια, ημερίδες, ιατρικά και εκπαιδευτικά σεμινάρια, συναντήσεις εκπροσώπων Πατριαρχείων και Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, πολιτιστικές εκδηλώσεις, παρουσιάσεις βιβλίων, εκθέσεις ζωγραφικής και φωτογραφίας, καθώς και σημαντικές εκδηλώσεις τοπικής και διεθνούς εμβέλειας.
Χάρη στη διαρκή πνευματική καθοδήγηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τη μακρά εκκλησιαστική παράδοση του τόπου, η Λέρος απέκτησε έναν χώρο-σύμβολο. Ένα πραγματικό πνευματικό και πολιτιστικό ορόσημο στο Αιγαίο, που αναδεικνύει το νησί σε κέντρο διαλόγου, μνήμης και δημιουργίας.
Το Πατριαρχείο Λέρου δεν αποτελεί απλώς ένα κτίριο. Είναι ένας ζωντανός φορέας ιστορίας και πολιτισμού, που συμβάλλει καθοριστικά στην πνευματική και πολιτιστική ακτινοβολία της Λέρου, εντός και εκτός Ελλάδας, καθιστώντας το μικρό, ακριτικό και μαρτυρικό νησί σημείο αναφοράς διεθνούς κύρους.
Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε θερμά τον κύριο Γεώργιο Ι. Χρυσούλη, γραμματέα της Ιεράς Μητροπόλεως, που συνέλεξε και μοιράστηκε τις σχετικές πληροφορίες.





